Τι είναι οι παραθυρεοειδείς αδένες;

Οι παραθυρεοειδείς αδένες είναι τέσσερις αδένες που βρίσκονται πίσω από τον θυρεοειδή αδένα στο λαιμό, από εκεί και η ονομασία τους. Οι αδένες αυτοί παράγουν την παραθορμόνη η οποία ρυθμίζει τα επίπεδα ασβεστίου στο αίμα. Το ασβέστιο είναι απαραίτητο για τη σωστή λειτουργία των κυττάρων του σώματος και διατηρείται μέσα σε πολύ αυστηρά όρια από τον οργανισμό. Παρεκκλίσεις από αυτά τα όρια, είτε αύξηση είτε μείωση του ασβεστίου στο αίμα, μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις τόσο άμεσα όσο και μακροπρόθεσμα. Η παραθορμόνη εκκρίνεται όταν τα επίπεδα ασβεστίου στο αίμα μειώνονται. Ως αποτέλεσμα ο οργανισμός απορροφάει ασβέστιο από τη διατροφή μέσω του εντερικού συστήματος, ή εάν η διατροφή είναι φτωχή σε ασβέστιο απελευθερώνει ασβέστιο από τα οστά. Η απορρόφηση ασβεστίου από τη διατροφή προϋποθέτει επάρκεια σε βιταμίνη D καθώς αυτή παίζει ένα σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία.

Ποιες είναι οι παθήσεις των παραθυρεοειδών αδένων;

Οι ποιο κοινές παθήσεις των παραθυρεοειδών αδένων σχετίζονται με την αυξημένη ή μειωμένη έκκριση παραθορμόνης με επακόλουθη αύξηση ή μείωση των επιπέδων ασβεστίου στο αίμα.

Η πιο κοινή περίπτωση αυξημένης έκκρισης παραθορμόνης είναι ο λεγόμενος πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός, όπου ένας ή και περισσότεροι από τους παραθυρεοειδείς αδένες «ξεφεύγουν» από τον έλεγχο του οργανισμού και παράγουν αυτόνομα παραθορμόνη. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του επιπέδου ασβεστίου στο αίμα (υπερασβεστιαιμία) που μπορεί να οδηγήσει σε νεφρολιθίαση αλλά και οστεοπόρωση (λόγω της αυξημένης απελευθέρωσης ασβεστίου από τα οστά). Εάν το ασβέστιο βρεθεί σε πολύ υψηλά επίπεδα μπορεί αν προκληθεί η λεγόμενη υπερασβεστιαιμική κρίση – μια οξεία κλινική κατάσταση με πολυουρία, αφυδάτωση και διαταραχές του επιπέδου συνείδησης που χρήζει άμεσης αντιμετώπισης σε νοσοκομείο.

Ο υποπαραθυρεοειδισμός, δηλ. η μειωμένη έκκριση παραθορμόνης στο αίμα, είναι συνήθως αποτέλεσμα αυτοάνοσου ή έπειτα από ιατρική επέμβαση π.χ. στα πλαίσια θυρεοειδεκτομής. Η επακόλουθη μείωση του επιπέδου ασβεστίου στο αίμα (υπασβεστιαιμία) χρήζει αντιμετώπισης με αντικατάσταση ασβεστίου και βιταμίνης D.

Ποιες εξετάσεις χρειάζονται για τη διάγνωση παθήσεων των παραθυρεοειδών αδένων;

Ο διαγνωστικός έλεγχος τον παραθυρεοειδών αδένων και του μεταβολισμού ασβεστίου συμπεριλαμβάνουν εξετάσεις αίματος και ούρων καθώς και απεικονιστικό έλεγχο με υπέρηχο, σπινθηρογράφημα και μέτρηση οστικής πυκνότητας ανάλογα με την περίπτωση. Όταν υπάρχει υποψία πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμού οι εξετάσεις αυτές σκοπεύουν στην εντόπιση του υπερπλαστικού αδένα που ευθύνεται για το πρόβλημα.

Ποια είναι η θεραπεία του υπερπαραθυρεοειδισμού;

Η θεραπεία του υπερπαραθυρεοειδισμού, όταν πρόκειται για πρωτοπαθή και έχει εντοπιστεί ο υπερπλαστικός αδένας, είναι η χειρουργική αφαίρεση του αδένα. Σε κάποιες περιπτώσεις, ειδικά εάν τα επίπεδα ασβεστίου δεν είναι πολύ υψηλά ή εάν υπάρχουν λόγοι που να καθιστούν μια χειρουργική επέμβαση αδύνατη, μπορεί και να χορηγηθεί θεραπεία από το στόμα ή και απλά να παρακολουθείται η κατάσταση χωρίς να χορηγηθεί κάποια θεραπεία.

Ποιος είναι ο ρόλος της βιταμίνης D; Πρέπει να παίρνω συμπληρώματα διατροφής;

Η βιταμίνη D παίζει έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην υγεία των οστών, καθώς είναι απαραίτητη για τη διατήρηση ενός φυσιολογικού επιπέδου ασβεστίου στο αίμα. Όταν υπάρχει έλλειψη βιταμίνης D αυξάνεται ο κίνδυνος οστεοπενίας και οστεοπόρωσης. Πέρα από την υγεία των οστών, τα τελευταία χρόνια μελέτες έχουν δείξει πως η βιταμίνη D παίζει και άλλους σημαντικούς ρόλους στον οργανισμό μας π.χ. στο ανοσοποιητικό σύστημα.

Παρά το γεγονός ότι ο οργανισμός μας μπορεί να παράγει βιταμίνη D στο δερμα μέσω της έκθεσης στον ήλιο, στην πραγματικότητα μεγάλα ποσοστά του πληθυσμού πάσχει από έλλειψη ή και ανεπάρκεια βιταμίνης D. Αυτό έχει να κάνει με το ότι περνάμε πολλές ώρες σε εσωτερικούς χώρους αλλά και με τις διατροφικές συνήθειες που πολλές φορές οι τροφές πλούσιες σε βιταμίνη D δεν καταναλώνονται όσο θα χρειαζόταν.

Καθώς η παρατεταμένη έκθεση στον ήλιο δεν συνιστάται ως μέθοδος για την αναπλήρωση βιταμίνης D λόγω των κινδύνων για το δέρμα (μελάνωμα), η λήψη διατροφικών συμπληρωμάτων βιταμίνης D συνιστάται για τους περισσότερους από εμάς ειδικά κατά τους χειμερινούς μήνες. Η αντιμετώπιση της σοβαρής έλλειψης ή ανεπάρκειας βιταμίνης D θα πρέπει να γίνεται υπό ιατρική παρακολούθηση καθώς χρειάζεται λήψη φαρμακευτικών δόσεων βιταμίνης D που περιέχει τον κίνδυνο δηλητηρίασης όταν αυτή γίνεται ανεξέλεγκτα.